Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2024



ΓΕΩΡΓΙΟΥ Χ. ΤΟΣΙΛΙΑΝΗ
Μ. Th. Θεολογίας
Καθηγητή Θεολόγου
Ερευνητή τοπικής Ιστορίας και Λαογραφίας
 
"ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 1, ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΣΤΗΝ ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ, (ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ, ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ, ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ)", ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ 2024. 



 

Κυκλοφόρησε στις 12-10-2024 το δεύτερο μας βιβλίο με τίτλο "Λαογραφικά Μελετήματα 1, Ήθη και Έθιμα του Δωδεκαήμερου στην Γουμένισσα, (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνεια)". Περιέχει αναλυτικά όλα τα Ήθη και τα έθιμα του Δωδεκαήμερου στην Γουμένισσα και την ευρύτερη περιοχή μας, όπως αυτά τελούνταν έως και τις δεκαετίες του 1950-1960. με σχετική θεολογική ανάλυση και ερμηνεία. Αποστέλλεται μετά από προσωπικό μήνυμα. . 



ΓΕΩΡΓΙΟΥ Χ. ΤΟΣΙΛΙΑΝΗ
Μ. Th. Θεολογίας
Καθηγητή Θεολόγου

"ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ του Μ. Βασιλείου και του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, συγκριτικά με εκείνες του Πλούταρχου, σε διάλογο με τις απόψεις σύγχρονων Παιδαγωγών", ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ 2019.

 


Το πρώτο μας Βιβλίο - Μεταπτυχιακή Διατριβή, "ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΠΕΡΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ του Μ. Βασιλείου και του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, συγκριτικά με εκείνες του Πλούταρχου, σε διάλογο με τις απόψεις σύγχρονων Παιδαγωγών", Γουμένισσα 2019.. Έργο χρήσιμο για όλους, γονείς, εκπαιδευτικούς, μαθητές! Αποστέλλεται Ταχυδρομικώς μετά από προσωπικό Μήνυμα.



ΓΕΩΡΓΙΟΥ Χ. ΤΟΣΙΛΙΑΝΗ
Μ. Th. Θεολογίας
Καθηγητή Θεολόγου
Ερευνητή τοπικής Ιστορίας και Λαογραφίας

Η ΑΜΠΕΛΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΣΤΗΝ «ΕΥΟΙΝΟ» ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ, Ο ΤΡΥΓΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΚΛΕΚΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΡΑΚΗΣ - ΤΣΙΠΟΥΡΟΥ


Εικόνα 1 Η "εύοινος Γουμένισσα. Φωτ. Γ. Χ. Τοσιλιάνη

Η αμπελοκαλλιέργεια στην «Εύοινο» Γουμένισσα

Η Γουμένισσα από παλιά ήταν γνωστή για τα ποιοτικά κρασιά της, καθώς από αιώνες η αμπελοκαλλιέργεια και η παραγωγή κρασιού αποτελεί μία από τις κύριες ασχολίες των κατοίκων της.

Η αμπελοκαλλιέργεια και η οινοποίηση έχουν ιστορία τουλάχιστον 2500 χρόνων στην περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, όπου λατρευόταν μεταξύ άλλων και ο Διόνυσος, ο θεός της αμπέλου και του κρασιού.

Άλλωστε και η τραγωδία «Βάκχες» του Ευρυπίδη, σχετική με την λατρεία του θεού Διονύσου (Βάκχου) και τα αμπέλια, γράφτηκε το 407 π.Χ., όταν ο ποιητής βρισκόταν στην Πέλλα, στην αυλή του βασιλιά Αρχέλαου, είκοσι χιλιόμετρα μακριά από την σημερινή Γουμένισσα. Η τραγωδία γράφτηκε να διδαχτεί σε δραματικούς αγώνες που διοργάνωσε ο Μακεδόνας βασιλιάς προς τιμήν των Μουσών και του Διόνυσου.

Το 1887, ο Νικόλαος Σχινάς ταγματάρχης Μηχανικού, στο έργο του «Οδοιπορικαί Σημειώσεις» που εκδόθηκε στην Αθήνα, περιγράφει την Γουμένισσα ως Κωμόπολη «παράγουσα άριστον οίνον».

Στο εγκυκλοπαιδικό Λεξικό των Μπάρτ και Χίρστ, που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1889-90, στο λήμμα «Γκομέντζα» (παλαιά ονομασία της Γουμένισσας επί τουρκοκρατίας) αναφέρει  μεταξύ άλλων «…Παράγει άριστον οίνον τον της Γκομέντζας λεγόμενον οίτινος γίνεται μεγάλη εξαγωγή…».

Από τον επιθεωρητή των Ελληνικών σχολείων της Μακεδονίας Γ.Χ. Χατζηκυριακού, στις αρχές του 20ου αιώνα, η Γουμένισσα περιγράφεται ως «Εύοινος» κωμόπολη.  

Ο Ναύαρχος του θωρηκτού «Αβέρωφ», ναυαρχίδας του Ελληνικού στόλου, το οποίο βρισκόταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, μετά υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920), πρόσφερε στους καλεσμένους του, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Γάλλος δημοσιογράφος Παγιαρές, κρασί Γουμένισσας (Γ. Μόδη, «Μακεδονικές ιστορίες»).

Επειδή πιθανότατα, κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, κυκλοφορούσαν στο εμπόριο κρασιά άλλων περιοχών ως κρασιά Γουμένισσας, η εφορεία των «Ελληνικών Σχολείων Γουμέντζας» εξέδωσε έντυπες ετικέτες με την επιγραφή «αποδεικτικού στοιχείου του γνησίου οίνου Γουμέντζης», τις οποίες προμηθεύονταν, έναντι χρηματικού αντιτίμου υπέρ των σχολείων, όσοι εμπορεύονταν κρασιά.  

Έως το 1918 καλλιεργούνταν περισσότερα από́ 11.000 στρέμματα αμπελώνων και λέγεται ότι κάποια στιγμή υπήρχαν περισσότερα από χίλια πατητήρια.

Κατά τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο (1914-1918) μεταδόθηκε η φυλλοξήρα (μετά το 1916) και πολλά αμπέλια ξεράθηκαν. Οι κάτοικοι απέδωσαν την καταστροφή στην παρουσία των Γάλλων στρατιωτών

Η φυλλοξήρα είναι έντομο, που τρώει τις ρίζες του αμπελιού, ξεραίνοντας τα φύλλα. Ήρθε στα τέλη του 19ο αι. από την Αμερική, καταστρέφοντας όλον σχεδόν τον ευρωπαϊκό αμπελώνα. Στον Ελλαδικό χώρο αρχικά εκδηλώθηκε στην Πυλαία της Θεσσαλονίκης το 1898 και σταδιακά εξαπλώθηκε σε όλη την βόρεια Ελλάδα και την Ήπειρο.

Στην Γουμένισσα όπως προαναφέραμε, η φυλλοξήρα έφτασε περί το 1916 - 1917, μαζί με τα Γαλλικά στρατεύματα, ξεραίνοντας σταδιακά τα περισσότερα αμπέλια.

Ως τότε, η φύτευση αμπελιών γινόταν με ανεμβολίαστες κληματόβεργες που κρατούσαν οι αμπελουργοί κατά το κλάδεμα των αμπελιών.

Η αντιμετώπιση της φυλλοξήρας στην περιοχή μας, όπως και σε άλλες περιοχές, έγινε με την φύτευση από τους αμπελουργούς νέων κλημάτων, εμβολιασμένων πάνω σε ανθεκτικά στο έντομο αμερικανικά υποκείμενα, και βέβαια με την συνδρομή των κρατικών υπηρεσιών.

Σε σωζόμενες σε ιδιωτικά αρχεία κατοίκων του τόπου μας ετήσιες «άδειες οινοπνευματοποιού Α΄ κατηγορίας περί εξασκήσεως ειδικότητας άμβυκος», άδειες δηλαδή οινοπνευματοποίησης που εκδόθηκαν από αμπελουργούς της Γουμένισσας το 1919 και το 1920, παρατηρείται μεγάλη  πτώση της προς οινοπνευματοποίηση ποσότητας σταφυλιών. Οι ποσότητες των προς οινοποίηση σταφυλιών ανακάμπτουν και αυξάνονται σημαντικά σε παρόμοιες άδειες του 1922, γεγονός που σημαίνει ότι είχε ήδη αρχίσει από τους αμπελουργούς του τόπου μας η επαναμπελοποίηση με νέα φυτά, εμβολιασμένα σε αμερικανικά υποκείμενα, ανθεκτικά στην φυλλοξήρα.       

Οι πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία που ήρθαν στην Γουμένισσα το 1924, συνέβαλλαν και αυτοί στην τόνωση της  υπάρχουσας αμπελοκαλλιέργειας στον τόπο μας, καθώς είχαν και στην Ανατολική Ρωμυλία ως βασική τους ενασχόληση την καλλιέργεια της αμπέλου.

Ερχόμενοι στην Γουμένισσα, και αφού τους δόθηκαν αγροτικοί κλήροι, «με την βοήθεια της Ε.Α.Π (Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων), φύτεψαν αμπέλια αμερικανικής προέλευσης που δεν προσβάλλονταν από τη φυλλοξήρα». (Σωκράτης Πετμεζάς, Αγροτική οικονομία, Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, ο Μεσοπόλεμος, 1922-1940, σ. 189-249, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002, σ. 203,206),

Έτσι, με την τεχνική του εμβολιασμού πάνω σε ανθεκτικά αμερικανικά υποκείμενα, η πληγωμένη αμπελοκαλλιέργεια στον τόπο μας σταδιακά αποκαταστάθηκε, χωρίς όμως να καταφέρει να φτάσει στην πρότερή της κατάσταση.

Στο «Κτηματολόγιο της Γουμένισσας» του 1932, όλα σχεδόν τα αγροτεμάχια χαρακτηρίζονται ως «αμπελώνες» και «μωρεώνες».

Οι πολεμικές περιπέτειες κατά την δεκαετία του 1940 και η εσωτερική και κυρίως εξωτερική μετανάστευση πολλών κατοίκων κατά τις δεκαετίες του 1950-1960, συνετέλεσαν στην κάμψη όχι όμως και στην εξάλειψη της αμπελοκαλλιέργειας. 

Το 1955 ιδρύεται ο Αμπελουργικός Συνεταιρισμός Γουμενίσσης. Από το 1974 δημιουργούνται τα πρώτα σύγχρονα αμπέλια, με την συμβολή της εταιρείας «Μπουτάρη».

Το 1979 θεσμοθετήθηκε η αμπελουργική ζώνη Ονομασίας Προέλευσης «Γουμένισσα», παραγωγής ερυθρών ξηρών οίνων, η μικρότερη τότε αμπελουργική ζώνη της Ελλάδας.

Το 2009 θεσμοθετήθηκε η ζώνη ΠΓΕ Πλαγιές Πάικο, συμπίπτοντας με αυτήν της ΠΟΠ Γουμένισσας.

Σήμερα καλλιεργούνται 5000 περίπου στρέμματα, με τις ερυθρές ποικιλίες Ξινόμαυρο και Νεγκόσκα (με ποσοστό́ τουλάχιστον 20%), για την παραγωγή κρασιού Ονομασίας προέλευσης, αλλά και άλλες ποικιλίες.

Ο καλλιεργητικός κύκλος της αμπέλου. 

Για να φτάσει όμως η στιγμή που θα ανοίξουμε την φιάλη και θα απολαύσουμε το εκλεκτό κρασί «Γουμένισσας» προηγείται μια σειρά κοπιαστικών και επίπονων εργασιών στα αμπέλια, καθ΄ όλη την διάρκεια του χρόνου, για την παραγωγή εκλεκτών σταφυλιών και βέβαια ο τρύγος των σταφυλιών.

Ο τρύγος αποτελεί το αποκορύφωμα του καλλιεργητικού κύκλου της αμπέλου, ο οποίος αρχίσει την 1η Φεβρουαρίου, ανήμερα του Αγίου Τρύφωνα, προστάτη των αμπελουργών, με εκκλησιασμό και τέλεση Αγιασμού στους ναούς και στο εξωκλήσι του Αγίου Τρύφωνα, όπου γίνεται και το ξακουστό «κουρμπάνι».

Την ημέρα αυτή, οι αμπελουργοί μετά τον εκκλησιασμό, ραντίζουν με αγιασμό τα αμπέλια τους, για να είναι ευλογημένη η καλλιεργητική χρονιά, οι δε Ανατολικορωμυλιώτες τελούν και συμβολικό τελετουργικό κλάδεμα στις τέσσερις πλευρές των αμπελιών.

Την επόμενη ημέρα αρχίζει το κλάδεμα, ακολουθούν τα φρεζαρίσματα, (παλαιότερα, τα τρία σκαψίματα, το πρώτο με δικέλλι και τα δύο επόμενα με τσάπα), το βλαστολόγημα, το κορφολόγημα, τα θειαφίσματα και τα ραντίσματα, για να φτάσουμε τελικά στην εποχή του τρύγου, της συγκομιδής των σταφυλιών.

Η εποχή του τρύγου εξαρτάται από τις ποικιλίες των σταφυλιών, από το κλίμα της κάθε περιοχής, αλλά και από τις καιρικές συνθήκες της κάθε χρονιάς.

Στην περιοχή της Γουμένισσας, ο τρύγος παλιά, λόγω των όψιμων ποικιλιών που καλλιεργούνταν (Ξινόμαυρο, Νεγκόσκα, κ.λ.π.), αλλά και ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν, γινόταν την πρώτη ή και την δεύτερη εβδομάδα του Οκτωβρίου.

Η προ του τρύγου προετοιμασία

Βέβαια απαιτούνταν η σχετική προετοιμασία ήδη από το καλοκαίρι, πολύ πριν τον τρύγο. Έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει έλεγχος στα απαραίτητα σύνεργα του τρύγου και της οινοποίησης, μήπως κάτι λείπει ή χρειάζεται επιδιόρθωση.

Έστελναν τα ξύλινα βαρέλια στον βαρελοποιό για να σφίξει τα στεφάνια τους, ή και να προσθέσει άλλα στεφάνια αν χρειαζόταν, και στην συνέχεια, αφού τα έπλεναν τρίβοντάς τα με χονδρή βούρτσα, τα γέμιζαν νερό, για να φουσκώσουν τα ξύλα και να σφίξουν.

Επίσης ετοίμαζαν και τα ξύλινα πατητήρια στα κελάρια, πλένοντάς τα με ζεστό νερό και τρίβοντάς τα με χονδρή βούρτσα, στεγανώνοντάς τα με ραγάζι, αλευρόκολλα, λιναρόκολα, κ.λ.π. και τοποθετώντας στο άνοιγμα - σωλήνα του κάτω μέρους τους, από το οποίο θα «τραβούσαν» το κρασί, ειδικό φίλτρο φτιαγμένο είτε από πλεκτά κλαδιά κεχριού, είτε από δεμάτια κληματόβεργας, για το φιλτράρισμα του κρασιού από τα κουκούτσια και τα στέμφυλα.

Ετοιμάζονταν τα καδιά, τα κοφίνια, τα καλάθια, τα κλαδευτήρια, αλλά και τα ειδικά με πολλές διχάλες ξύλα από φράξο, είτε με μεταλλική τριγωνική κατάληξη, (φράξινα διότι δεν έβγαζαν χρωστική ύλη), για το πάτημα των σταφυλιών.

Σήμερα, στα σύγχρονα οινοποιεία αλλά και στα σπίτια των  αμπελουργών που ασχολούνται και με την οινοποίηση, τα πάντα γίνονται ευκολότερα, χάρη στις ανοξείδωτες δεξαμενές που καθαρίζονται εύκολα και αντί για πατητήρι χρησιμοποιούν πλέον εκθλιπτικά μηχανήματα.

Προσφορά σταφυλιών (απαρχών) στην Εκκλησία

Προεόρτιο του τρύγου αποτελούσε η εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στις 6 Αυγούστου. Την ημέρα αυτή οι αμπελουργοί γεμίζουν ένα καλάθι από τα πρώτα ώριμα σταφύλια και τα πηγαίνουν ως προσφορά «Απαρχή» στους Ναούς, όπου διαβάζεται από τον ιερέα ειδική ευχή για την ευλογία των αμπελιών, εφαρμόζοντας στην πράξη το: «από Θεού άρξασθαι».

Η ώρα του Τρύγου

Ύψιστη σημασία για την ποιότητα του κρασιού έχει ο έλεγχος της ωρίμανσης των σταφυλιών, που επιβάλλει την άμεση έναρξη του τρύγου.

Παλιά ο έλεγχος γινόταν εμπειρικά από τους αμπελουργούς, δοκιμάζοντας τις ρόγες των σταφυλιών.

Στην εποχή μας, η έναρξη του τρύγου ορίζεται από τους επιστήμονες οινοποιούς, οι οποίοι μετρούν το επίπεδο περιεκτικότητας των δειγμάτων σε σάκχαρα και δίνουν το σήμα της έναρξης του τρύγου όποτε αυτοί κρίνουν ότι έφτασε η ώρα.

Καθώς τα παλιά αμπέλια ήταν ξερικά και λιπαίνονταν μόνο με κοπριά, είχαν μικρότερη απόδοση αλλά έδιναν υψηλόβαθμα σταφύλια και περισσότερο χρονικό περιθώριο για τον τρύγο.

Σήμερα καθώς τα αμπέλια είναι ποτιστικά και λιπαίνονται με χημικά λιπάσματα, έχουν μεν μεγαλύτερη στρεμματική απόδοση, αλλά πρέπει να τρυγηθούν μέσα σε συντομότερο χρονικό διάστημα, για να μην χαλάσουν τα σταφύλια. 

 Ο Τρύγος

Η εποχή του τρύγου ήταν και είναι ένα πανηγύρι χαράς, γέλιου και αισιοδοξίας, αλλά και μια από τις πιο απαιτητικές αγροτικές περιόδους  - εργασίες της χρονιάς.

Απαιτούσε και απαιτεί κινητοποίηση, μόχθο και εργώδη και κοπιαστική συλλογική προσπάθεια, στην οποία συμμετέχει όλη η οικογένεια. «Θέρος – τρύγος – πόλεμος» έλεγαν οι παλιοί αμπελουργοί, για να εκφράσουν την ένταση των εργασιών, που θύμιζε συνθήκες μάχης.

Τις ημέρες αυτές δεν υπήρχε και δεν υπάρχει χρόνος για ανάπαυση.

Στον τρύγο συμμετέχει «πανστρατιά» όλη η οικογένεια, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, ακόμα και οι ηλικιωμένοι σε ελαφρότερες δουλειές. Συχνά έρχονται να βοηθήσουν και συγγενείς και φίλοι, καθώς ο τρύγος ήταν πάντα μια συλλογική εργασία που βασίζονταν στην αλληλοβοήθεια.

Αν τα στρέμματα είναι πολλά, η επιπλέον ανάγκη σε χέρια καλύπτεται από εργάτες.

Όλες οι εργασίες έπρεπε και πρέπει να γίνουν στην ώρα τους, καθώς ο Φθινοπωρινός καιρός είναι απρόβλεπτος και μια βροχή μπορεί να καταστρέψει η να μειώσει την ποιότητα της παραγωγής.

Ο τρύγος περιλάμβανε το μάζεμα – τρύγηση, το φόρτωμα και την μεταφορά των σταφυλιών στο σπίτι και γινόταν κατανομή και επιμερισμός στην εργασία.

Με το χάραμα της ημέρας μικροί και μεγάλοι, με κέφι, τραγούδια και πειράγματα έπαιρναν τα πόστα τους στ’ αμπέλι.

Άνδρες, γυναίκες και παιδιά συμμετείχαν στην τρύγιση - κόψιμο των τσαμπιών με τους ειδικούς πριονωτούς σουγιάδες (κλαδευτήρια), την τοποθέτησή τους στα καλάθια τα οποία άδειαζαν στα μεγαλύτερα κοφίνια ή τα ειδικά βαρέλια, στενότερα στην βάση και φαρδύτερα στο επάνω ανοιχτό μέρος, τις «γκρίμλες».

Οι άντρες κουβαλούσαν τα κοφίνια (βάρους 50–55 κιλά) ή τις «γκρίμπλες» μέχρι το κάρο ή το υποζύγιο, και αφού τα φόρτωναν τα μετέφεραν στο σπίτι.

Σήμερα υπάρχουν τα ειδικά για τα αμπέλια μικρά τρακτέρ με  πλατφόρμα, τα οποία μπορούν να μπουν μέσα στο αμπέλι, διευκολύνοντας τους τρυγητές από τον κόπο της μεταφοράς και εξοικονομείται χρόνος.

Το μεσημέρι, υπήρχε η ώρα της ανάπαυλας και του φαγητού, όπου οι τρυγητές, οικογένεια και εργάτες, έτρωγαν όλοι μαζί, απολαμβάνοντας το φαγητό στο αμπέλι, καθώς δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Το φαγητό, προσφορά του αμπελουργού, το ετοίμαζε κάποια ηλικιωμένη γυναίκα του σπιτιού και το έστελνε με κάποιον στο αμπέλι, ή το πήγαινε η ίδια.

Συνηθισμένο φαγητό κατά τον τρύγο, τα παλιά τα χρόνια, ήταν τα τηγανητά φρεσκοαλιευμένα ψάρια, φερμένα και φρεσκοαλατισμένα από τους ψαράδες της Γουμένισσας, ειδικά για τις ημέρες αυτές, (Σπύρου Αλτίκη, Η Γουμένισσα η Παικική, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 205), αλλά και διάφορες πίτες, κ.λ.π. Πίνοντας και τρώγοντας γίνονταν και οι πρώτες εκτιμήσεις για την ποσότητα και την ποιότητα της σοδειάς.

 Φθάνοντας στο σπίτι, αφού ζύγιζαν τα κοφίνια ή τα βαρέλια με το περιεχόμενό τους, τα έριχναν σε ειδικά βαρέλια, τις «γκρίμλες».

Εκεί άλλη ομάδα αναλάμβανε το πάτημα των σταφυλιών μέσα στις «γκρίμπλες». Τα πατούσαν συνθλίβοντάς τα με ειδικά ξύλα που κατέληγαν σε διχάλες, είτε σε τρείς μεταλλικές αιχμές, ειδικά από φράξο, του οποίου το ξύλο δεν εκχέει χρωστική ουσία, και στην συνέχεια τα έριχναν στο πατητήρι (ληνό).

Η νοικοκυρά του σπιτιού, στις στιγμές της ανάπαυλάς τους, δεν παρέλειπε να τους προσφέρει μεζέδες και κεράσματα.

Τα πατητήρια (ληνοί) στην Γουμένισσα ήταν δύο ειδών. Υπήρχε α)το μεγάλο ορθογώνιο ξύλινο, σαν δεξαμενή, πατητήρι, το «κουρίτου», «χτισμένο» από χονδρά δοκάρια καστανιάς, στο δροσερό και σκοτεινό κελάρι των σπιτιών, αλλά και β) το στρόγγυλο ψηλό, μεγάλο ξύλινο βαρέλι, η «Βαρέλα» ή «Κάτσα», χωρητικότητας οκτώ με οκτώμισι τόνους, που χρησιμοποιούνταν ως πατητήρι. Δίπλα στο πατητήρι υπήρχε υπερυψωμένο ξύλινο πατάρι, το «Ντουσιμέ», στο οποίο ανέβαιναν με ξύλινη σκάλα, για να ρίχνουν στο πατητήρι τα πατημένα σταφύλια.

Τα πατητήρια είχαν και εσωτερικά οριζόντια κάθετα δοκάρια στο μέσον, αλλά και στο επάνω μέρος τους, σαν σκαλωσιές, για να στηρίζονται και να κρατιούνται αυτοί που πατούσαν τα στέμφυλα.

Το πατητήρι της οικογένειας Χατζηγεωργίου κατασκευασμένο το 1880, είναι χωρητικότητας 13 τόνων.

Η οικογένεια Τσιμερίκα είχε στο κελάρι του σπιτιού της δύο πατητήρια, το ένα χωρητικότητας 15 και το άλλο 17 τόνων, ίσως ήταν τα μεγαλύτερα της περιοχής. Ήταν τοποθετημένα πάνω σε πέτρινους τοίχους ύψους περίπου 120 εκατοστών και στην βάση τους είχαν μπρούτζινους σωλήνες για το τράβηγμα του μούστου.

Τα νεότερα χρόνια κτίστηκαν και πατητήρια από τσιμέντο.

          Αφού έμπαιναν τα στέμφυλα στο πατητήρι, έπρεπε να πατιούνται κάθε βράδυ επί αρκετή ώρα, έως και δεκαπέντε μέρες, ως την περίοδο του Αγίου Δημητρίου. Το πάτημα γινόταν με τα πόδια, μπαίνοντας μέσα στο πατητήρι ο αμπελουργός, ο οποίος κρατιόταν και στηριζόταν από τα οριζόντια δοκάρια που υπήρχαν. Πάντοτε, κατά το πάτημα των στέμφυλων υπήρχε και δεύτερο άτομο δίπλα σε αυτόν που πατούσε, διότι οι αναθυμιάσεις από τα στέμφυλα προκαλούσαν ζάλη και κάποιοι είχαν χάσει την ζωή τους πέφτοντας μέσα στα πατητήρια, ζαλισμένοι από τις αναθυμιάσεις.

Σήμερα, εκεί που άλλοτε υπήρχε το πατητήρι και ο ληνός, υπάρχουν εκθλιπτικά μηχανήματα, διαφόρων ειδών, που αφαιρούν τα τσάμπουρα (τσαμπιά) και αλέθουν τις ρόγες, ο δε μούστος που εκχέεται διοχετεύεται σε μεταλλικές ανοξείδωτες δεξαμενές.

Ανάλογα με την ποικιλία των σταφυλιών και την επιθυμία του οινοποιού, ανάλογα με τον επιδιωκόμενο χρωματισμό του κρασιού, τα πατημένα σταφύλια (στέμφυλα) μένουν με τον μούστο από λίγες ώρες έως λίγες μέρες και μετά σουρώνονται, περνώντας στις δεξαμενές μέσα από διάτρητο «τύμπανο».

Το Πετιμέζι

Κατά το πάτημα των σταφυλιών, πριν τα ρίξουν στο πατητήρι, «τραβούν» από το βαρέλι μια ποσότητα μούστου, ανάλογη με τις ανάγκες της κάθε οικογένειας, για να φτιάξουν πετιμέζι.

Το τράβηγμα και η επεξεργασία - βράσιμο του μούστου για πετιμέζι επιβάλλεται να γίνει την ίδια μέρα, διότι αν αφεθεί για την επόμενη μέρα ο μούστος ξινίζει.

Το πετιμέζι το οποίο προκύπτει μετά από πολύωρο βράσιμο του μούστου με ειδική διαδικασία, (προσθήκη άσπρου χώματος, στραγγίσματα κ.λ.π.), αποτελούσε τα παλιά χρόνια την κύρια γλυκαντική ουσία, με την  οποία έφτιαχναν παραδοσιακά γλυκίσματα (γλυκό κυδώνι, ριτσέλες, σουτζούκια, κ.λ.π).

          Το «τράβηγμα» του μούστου

          Μετά από δεκαπέντε μέρες περίπου ολοκληρώνεται η ζύμωση και ο «ζυμωμένος» μούστος, το φρέσκο πλέον κρασί, ανεβαίνει πάνω από τα στέμφυλα. Τότε «τραβούν», αδειάζουν δηλαδή, από την κάνουλα στο κάτω μέρος του πατητηριού, το φρέσκο, με πολύ σπιρτάδα, κρασί, και το βάζουν σε μεγάλα δρύινα βαρέλια, για να συνεχιστεί η ωρίμανση.

Τα παλιά χρόνια, όσοι παραγωγοί ήθελαν να εμπορευτούν οι ίδιοι το κρασί τους, το αποθήκευαν για ωρίμανση σε μεγάλα βαρέλια - βαγένια, από καστανόξυλο, τις «Βαρέλες», που υπήρχαν ξαπλωτές, στερεωμένες με τάκους, στα κελάρια των περισσότερων σπιτιών της Γουμένισσας και ήταν χωρητικότητας τριών έως και τρεισήμισι τόνων. Οι «Βαρέλες», εκτός από την οπή στο επάνω μέρος για το γέμισμά τους με κρασί, είχαν στο  μπροστινό μέρος και μικρό καμαρόσχημο άνοιγμα, σαν παραθυράκι, ίσα για να μπορεί να μπαίνει μέσα μικρόσωμος άνθρωπος και να τις καθαρίζει. Κατόπιν, το άνοιγμα έκλεινε με την πορτούλα του, σφραγισμένη με κόλλα από λιναρόσπορο και στερεωνόταν με ειδικούς τάκους. Υπήρχαν και τα μικρότερα ξύλινα βαρέλια, οι «μπότσουβες», που χρησιμοποιούνταν για την μεταφορά των προς πώληση κρασιών. 

Στο στάδιο του αδειάσματος του κρασιού από το πατητήρι και της αποθήκευσής του, έρχονταν ως και τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, έμποροι, συνήθως Εβραίοι, από την Θεσσαλονίκη, και αγόραζαν από όσους ήθελαν να πουλήσουν, το τραβηγμένο από τα πατητήρια κρασί. Το έβαζαν σε βαρέλια και ωρίμαζε κατά την διάρκεια της μεταφοράς του στις διάφορες αγορές του εσωτερικού και του εξωτερικού. 

          Τα στέμφυλα που έμεναν στο πατητήρι, τα άδειαζαν σε ανοιχτά βαρέλια τις «γκρίμπλες», και τα μετέφεραν στα ρακοκάζανα, τις «ρακίνιτσες» για απόσταξη, από όπου παράγονταν το τσίπουρο.

Το Τσίπουρο – Ρακί

Η παραγωγή του τσίπουρου χάνεται στο βάθος των χρόνων. Λέγεται ότι ξεκίνησε τον 14ο αιώνα, στο Άγιο Όρος, από μοναχούς. Με την πάροδο των χρόνων, εξαπλώθηκε σε διάφορες περιοχές της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως στην Μακεδονία, την Ήπειρο, την Θεσσαλία, την Πελοπόννησο και την Κρήτη.

Καθώς στην Γουμένισσα υπήρχαν από πολύ παλιά μετόχια του Αγίου Όρους, πιθανότατα ο τόπος μας να υπήρξε από τα πρώτα μέρη της εξάπλωσής του, εκτός του Αγίου Όρους.

Η ονομασία «Ρακί – Ρακή» (με τις όποιες τοπικές παραλλαγές) με την οποία είναι γνωστό το απόσταγμα σε πολλές χώρες, είναι άμεσο δάνειο από την τουρκική λέξη «Raki», που προέρχεται από την αραβική λέξη «Arak», που σημαίνει ιδρώτας. (Μπαμπινιώτης Γεώργιος. Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β' ανατύπωση, Αθήνα 2009).

Δεν αποκλείεται η λέξη «raki» να αποτελεί αντιδάνειο και να προέρχεται από την Ελληνική λέξη «ράκη», τα υπολείμματα δηλαδή των σταφυλιών που μένουν μετά το πάτημα και την εξαγωγή του μούστου.

Η Ελληνική λέξη «τσίπουρο» προέρχεται από τα «στέμφυλα» που ονομάζονται και «στράφυλα» ή «τσίπουρα», και ίσως από την αρχαία ελληνική λέξη «σίκερα» που συναντάται και στην Παλαιά Διαθήκη, στην μετάφραση των εβδομήκοντα.

          Στην Γουμένισσα υπήρχαν από τα παλιά χρόνια πολλά ρακοκάζανα – (ρακίνιτσες) για την απόσταξη των στέμφυλων και την παραγωγή τσίπουρου – ρακής. Λέγεται ότι προπολεμικά υπήρχαν ως και 200 καζάνια. Τα σύγχρονα ρακοκάζανα είναι χωρητικότητας 150 έως 180 λίτρων. Τα παλιά, επί τουρκοκρατίας ήταν μικρότερα, πάντοτε σφυρήλατα, χάλκινα. Το ρακοκάζανο π.χ. της οικογένειας Παπαχρήστου, φτιαγμένο επί τουρκοκρατίας, ήταν χωρητικότητας 150 οκάδων, δηλαδή 130 κιλών. 

Για να αποστάξει κάποιος τσίπουρο – ρακί απαιτούνταν ανέκαθεν και απαιτείται άδεια απόσταξης, για συγκεκριμένη ποσότητα στέμφυλων και αυστηρά καθορισμένο χρόνο απόσταξης, από την αρμόδια αρχή. Σύμφωνα με σωζόμενες σε οικογενειακά αρχεία άδειες, το 1914 την άδεια την έδινε ο Δήμος Γουμένιτσας, ενώ το 1922 ο Σταθμός Χωροφυλακής Γουμένισσας. Στις μέρες μας την άδεια την δίνει το Τελωνείο του Κιλκίς.

Αφού άδειαζαν τα στέμφυλα στο καζάνι, βάζοντας και λίγο νερό για να μην «τσικνίσει» το καζάνι, αλλά και γλυκάνισο ή άλλα αρωματικά βότανα, ανάλογα με τα γούστα και τα κληρονομημένα μυστικά του κάθε αμπελουργού, σφράγιζαν το σκέπαστρο με κόλλα φτιαγμένη από ζυμάρι και στάχτη. 

          Με την καύση ξύλων κάτω από το καζάνι, το περιεχόμενο έφθανε σε θερμοκρασία βρασμού, και οι ατμοί του διοχετεύονταν σε σωλήνα, ο οποίος περνούσε μέσα από δεξαμενή με κρύο νερό, για να υγροποιηθούν και να μετατραπούν σε τσίπουρο, καταλήγοντας στο τέρμα της διαδρομής του έξω από την δεξαμενή, όπου έρρεε σταγόνα σταγόνα σε δοχείο, γεμίζοντάς το σε δύο ώρες.    

          Το πρώτο τσίπουρο, η «πρώτη ροή» ενός λίτρου περίπου, είναι πολύ δυνατό και χρησιμοποιούνταν μόνο για εντριβές, ενώ το τελευταίο, το «πουράκι - πουρακία», πολύ αδύνατο και ρίχνεται με τα στέμφυλα του επόμενου καζανιού.

Την εποχή που δεν υπήρχαν τα γραδόμετρα, οι πιο έμπειροι δοκίμαζαν και κανόνιζαν την σπιρτάδα του αποστάγματος ρίχνοντάς το στην φωτιά, είτε πάνω στο καπάκι του καζανιού και ανάβοντάς το, και ανάλογα με τις φλόγες που σηκώνονταν, υπολόγιζαν τα γράδα. Υπήρχε και η μέθοδος υπολογισμού των γράδων με την «αλυσίδα» που σχημάτιζαν οι φουσκάλες γύρω από το χείλος του ποτηριού, χτυπώντας το γεμάτο ρακοπότηρο στο χέρι.

Ρακοχαρά

Την εποχή που ψήνονται τα τσίπουρα, η ατμόσφαιρα στην Γουμένισσα, ειδικά τα βράδια, μυρίζει τσίπουρο.

Παρέες μερακλήδων, φίλων και μη του αμπελοκαλλιεργητή που έχει σειρά στο ψήσιμο, καθώς η απόσταξη διαρκεί όλο το εικοσιτετράωρο, μαζεύονται τα βράδια στα ρακοκάζανα, όπου ψήνουν κρέατα στην χόβολη και γλεντούν υπό την συνοδεία μουσικών οργάνων, τρώγοντας, πίνοντας φρεσκοαποσταγμένο τσίπουρο, τραγουδώντας και χορεύοντας.

Επίσης πολλοί ξένοι, από άλλα μέρη, επισκέπτονται την Γουμένισσα την εποχή εκείνη, συμμετέχοντες στις ρακοχαρές.

Ο τρύγος επί Τουρκοκρατίας

          Την εποχή της τουρκοκρατίας, ως ημέρα του τρύγου ορίζονταν η 14η Σεπτεμβρίου, με το παλιό ημερολόγιο.

Σε γενική συνέλευση, λίγες μέρες πριν τον τρύγο, μετά από παζάρια, κλεινόταν η συμφωνία για την τιμή του φόρου της δεκάτης.

Οι υπάλληλοι του Σούμπαση (Φοροεισπράκτορα) έστηναν σκηνές στις εισόδους των δρόμων της Γουμένισσας, φορολογώντας τα φορτώματα σταφυλιών που έρχονταν από τα αμπέλια. Υπολόγιζαν τα γαϊδουρίσια φορτώματα σε εξήντα οκάδες, ενώ τα αλογίσια και τα μουλαρίσια σε ογδόντα οκάδες βάρος. (Σπύρου Αλτίκη, ο.π. σ. 207).  

Μετά την Απελευθέρωση το 1912, η πρώτη Δημοτική Αρχή της περιόδου 1912-14 ανέθεσε σε ιδιώτη, μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό, την είσπραξη του φόρου της δεκάτης επί της παραγωγής των σταφυλιών, αφού το Δικαστήριο Γιαννιτσών όριζε την τιμή του ανά οκά. (Χρ. Ίντου, «Για τον …Άριστον Οίνον…», ο.π.)

Περίοδος πρώτου Παγκοσμίου πολέμου

Κατά την διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου πολέμου, πολλοί άνδρες της Γουμένισσας είχαν επιστρατευτεί από τον Γαλλικό στρατό για υποχρεωτική εργασία (κατασκευή δρόμων, οχυρωματικών έργων κ.λ.π.). (Χρ. Ίντου, Η Γουμένισσα στη ζωή και το έργο λογοτεχνών μας, Γουμένισσα 1989, σ. 13).

Έτσι, την περίοδο του τρύγου, καθώς έλειπαν οι περισσότεροι άνδρες και έμειναν μόνες οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά, βοηθούσαν στο κουβάλημα των σταφυλιών προφανώς μετά από διαταγή,  Σενεγαλέζοι στρατιώτες του Γαλλικού στρατού.

Κάποιες γυναίκες, υπό την πίεση της δουλειάς και τον κάματο, εν θερμώ, ξεστόμιζαν κατάρες για τα αμπέλια. Όταν μετά από κάποιους μήνες τα είδαν να ξεραίνονται προσβεβλημένα από την φυλλοξήρα, θεώρησαν ότι έπιασαν οι κατάρες τους, ένοιωθαν τύψεις, και το διηγούνταν μετανιωμένες ως το τέλος της ζωής τους. 

Έθιμα του τρύγου

Ο τρύγος έχει συνδεθεί και με κάποια ήθη και έθιμα.

Σε κάποιες περιοχές, την πρώτη ημέρα του τρύγου κάποιοι αμπελουργοί καλούσαν τον ιερέα να τελέσει αγιασμό, διαβάζοντας την ειδική ευχή «επί τρυγής αμπέλου».

Στην Γουμένισσα, στα ξύλινα ορθογώνια πατητήρια που υπήρχαν στα κελάρια, πάνω στα κάθετα δοκάρια υπήρχε σχηματισμένος ξυλόγλυπτος σταυρός και τσαμπιά, για την ευλογία της ζύμωσης του μούστου, αλλά και για την προστασία του ανθρώπου που τα πατούσε.

Σε πολλές περιοχές, όπως και στην Γουμένισσα, υπήρχε η συνήθεια στο τέλος του τρύγου να αφήνουν ατρύγητη μια μικρή άκρη του αμπελιού, «για να χαίρεται και το αμπέλι με σταφύλια» όπως έλεγαν. Το ίδιο γινόταν και κατά τον θερισμό, αλλά και σε κερασιές, καρυδιές, κ.λ.π. όπου αφήνουν λίγα φρούτα, συνήθως τα δύσκολα για μάζεμα στην κορυφή, «για να χαίρεται και το δένδρο» όπως μας έλεγαν οι γιαγιάδες. Γι’ αυτό και εάν κάποιος έπεφτε από το δένδρο στην προσπάθειά του να μαζέψει κάποιο φρούτο ψηλά στην κορυφή, «τον τιμώρησε το δέντρο για την απληστία του» έλεγαν. Ίσως η αντίληψη αυτή έχει αρχαία προέλευση, ως προσφορά και ευχαριστία στις θεότητες της γης.

Επίσης, κατά τον τρύγο επέλεγαν και κρατούσαν κάποια τσαμπιά επιτραπέζιου σταφυλιού με κλαδιά και φύλλα (για να διατηρείται περισσότερη υγρασία), τα οποία διατηρούσαν για τον χειμώνα, για να υπάρχει και σταφύλι στο οικογενειακό τραπέζι την βραδιά της Παραμονής των Χριστουγέννων, αλλά και για προσφορά σταφυλιών στους Ναούς και στο εξωκλήσι του Αγίου Τρύφωνα, ανήμερα της γιορτής του την 1η Φεβρουαρίου.

Τα διατηρούσαν είτε κρεμώντας τα στα ταβανόξυλα (γκρέντες) του κελαριού, είτε βάζοντάς τα πάνω σε καλαμωτές, σε σκιερό -  σκοτεινό μέρος, στο πατάρι της αποθήκης ή του κελαριού, οπότε στέγνωναν σιγά σιγά, είτε μέσα σε πριονίδι, είτε όπως ήταν ατρύγητα, κρεμασμένα πάνω στην κληματαριά, βαλμένα μέσα σε πάνινη σακούλα για προστασία από τα πουλιά.  

Η πρώτη δοκιμή του κρασιού

Η πρώτη δοκιμή του κρασιού συνήθως γινόταν ανήμερα του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου, ή στις 3 Νοεμβρίου, ημέρα της ανακομιδής των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου (του «Μεθυστή»).

Όταν ο κύκλος της οινοποίησης και της απόσταξης του τσίπουρο – ρακής έχει πλέον ολοκληρωθεί, τίποτα δεν συγκρίνεται με το καμάρι του αμπελουργού για το δικό του σπιτικό κρασί, και την ρακή του, τα οποία θα τον συντροφεύσουν αυτόν και την οικογένειά του όλον τον χρόνο, κυρίως  σε μέρες γιορτινές, σε μέρες χαράς, αλλά και σε λύπες.

 

Βιβλιογραφία

1. Αλτίκη Σπύρου, Η Γουμένισσα η Παικική, Θεσσαλονίκη 2002.

2. Ίντου Χρήστου, «Για τον …Άριστον Οίνον τον της Γουμέντσης λεγόμενον», Εφημερίδα «Ειδήσεις» του Κιλκίς, 13/02/2012.

3. Ίντου Χρήστου, Η Γουμένισσα στη ζωή και το έργο λογοτεχνών μας. Γουμένισσα 1989

4. Μπαμπινιώτη Γεωργίου, Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β' ανατύπωση, Αθήνα 2009

5. Μπάρτ και Χιρστ, Λεξικόν εγκυκλοπαιδικόν (7 τόμοι) Μπάρτ και Χιρστ, Αθήναι 1889, 1890.

6. Πετμεζά Σωκράτη, Αγροτική οικονομία, Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, ο Μεσοπόλεμος, 1922-1940, σ. 189-249, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2002.

7. Σχινά Νικολάου, Οδηπορικαί Σημειώσεις, Αθήναι 1887. 

8. Οικογενειακά Αρχεία

9. Πληροφορίες οι οποίες μας βοήθησαν στην εκπόνηση της παρούσας εργασίας αντλήσαμε μετά από συζητήσεις με: την Μαρία Μήτσα του γένους Τσιμερίκα, τον Γεώργιο Τσιμερίκα, τον Ανδρέα Παπαχρήστο, τον Κωνσταντίνο Αιδαρίνη και τον Χρήστο Αιδαρίνη, οινοποιό, τους οποίους ευχαριστούμε θερμά!

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΥ Χ. ΤΟΣΙΛΙΑΝΗ
Μ. Th. Θεολογίας
Καθηγητή Θεολόγου
Eρευνητή τοπικής Ιστορίας και Λαογραφίας



 

ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ, Η ΠΕΡΙΟΧΗ «ΔΥΟ ΠΟΤΑΜΙΑ», ΙΣΤΟΡΙΑ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Δύο χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Γουμένισσας, στο δρόμο για την Κάρπη, βρίσκεται η περιοχή «Δύο ποτάμια».

Ονομασία 

Η ονομασία της περιοχής οφείλεται στα δύο ποτάμια, πάνω από τις γέφυρες, περνάει ο δρόμος προς την Κάρπη και τα οποία ενώνονται λίγο παρακάτω, σχηματίζοντας το «Μεγάλο ποτάμι» της Γουμενισσας.

Το ένα από τα δύο ποτάμια είναι ο «Μαυροπόταμος» η «Τσέρνα ρέκα» όπως λεγόταν παλιά εξαιτίας των μαύρων πετρωμάτων στην κοίτη του ποταμού. Το ποτάμι αυτό πηγάζει πάνω στο Πάικον και περνώντας νότια από το χωριό Κάρπη, στο οποίο έδωσε το παλαιό όνομα του χωριού, το οποίο ονομαζόταν «Τσέρνα Ρέκα», φτάνει στην περιοχή δύο ποτάμια.

Το άλλο το ποτάμι είναι το «Μεγάλο ποτάμι» η «Γκουλέμα Ρέκα», πηγάζει και αυτό πάνω στο Πάικον και κατηφορίζει προς την περιοχή «Δύο ποτάμια» για να ενωθεί με τον «Μαυροπόταμο» και να σχηματίσει το «Ποτάμι της Γουμένισσας» το οποίο περνάει από την Γοργόπη με την ονομασία «Γοργοπόταμος» και χύνεται στον Αξιό ποταμό. 

Ο παλαιός δρόμος Γουμένισσας Καστανερής

Στην περιοχή δύο ποτάμια υπάρχει και η παλαιά γέφυρα, πάνω από τον Μαυροπόταμο, ανακατασκευασμένη από το Δασαρχείο κατά τα έργα του 1985. στην αφετηρία του παλαιού δρόμου, που οδηγούσε στην Καστανερή. Ο παλαιός αυτός δρόμος, βελτιωμένος από τους Γάλλους κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, ήταν ο μοναδικός δρόμος που συνέδεε την Γουμένισσα με την Καστανερή πριν διανοιχτεί ο καινούριος δρόμος που οδηγεί στην Καστανερή μέσω Γρίβας, και μάλιστα πριν ασφαλτοστρωθεί, οπότε και εγκαταλείφτηκε οριστικά ο παλαιός κακοτράχαλος δρόμος.  

«Χώρος Μπατάντσκα – Μπατανιών – Υδροτριβής»

Στην περιοχή «Δύο ποτάμια» στον «Μαυροπόταμο» βρίσκεται η «Μπατάντσκα», ο καταρράκτης και η πισίνα, έργο του Δασαρχείου Γουμένισσας, το 1985.

Ο χώρος του καταρράκτη γνωστός στον τοπικό πληθυσμό ως «Μπατάντσκα» δηλαδή, «τόπος Μπατανιού – Υδροτριβής» οφείλει την ονομασία του στο «Μπατάνι – Υδροτριβή» που λειτουργούσε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου γινόταν το «Μπατάνισμα» των χονδρών μάλλινων υφασμάτων από τα οποία κατασκευάζονταν οι τοπικές φορεσιές.

Άλλωστε η Γουμένισσα ήδη από το 1696 είχε απαλλαγεί από τους φόρους με Οθωμανικό Διάταγμα, όπως και η Γρίβα και η Κάρπη, διότι είχαν αναλάβει το «Μπατάνισμα» την επεξεργασία δια της Υδροτριβής των μάλλινων υφασμάτων, με τα οποία κατασκευάζονταν οι στολές των Γενιτσάρων, και γενικότερα του Τουρκικού στρατού.   

Κάτοικοι της Γουμένισσας, πήγαιναν στην Θεσσαλονίκη, παραλάμβαναν τα μάλλινα υφάσματα, τα έφερναν με τα υποζύγια στην Γουμένισσα, και αφού τα επεξεργάζονταν δια της υδροτριβής για να μαλακώσουν, τα πήγαιναν πάλι πίσω στις στρατιωτικές αποθήκες της Θεσσαλονίκης. Με την δημιουργία της Σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης Σκοπίων, το 18.. η μεταφορά γινόταν δια του τρένου, έως τον σιδηροδρομικό σταθμό, «Γουμέντζιας» και από εκεί με τα υποζύγια.

Τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, παράλληλα με την επεξεργασία, υπήρχε στην Γουμένισσα στην πλατεία, βιοτεχνία, όπου ράβονταν από ράφτες της Γουμένισσας οι στολές του τουρκικού στρατού και στέλνονταν σιδηροδρομικώς στις στρατιωτικές αποθήκες της Θεσσαλονίκης 1.

Ο Μαυροπόταμος σύνορο αγροκτημάτων Γουμένισσας - Κάρπης   

Ο «Μαυροπόταμος» αποτελεί το όριο – σύνορο, μεταξύ των αγροκτημάτων της Γουμένισσας και της Κάρπης.

Σύμφωνα με τις διηγήσεις γερόντων, στα πολύ παλιά χρόνια, τα όρια μεταξύ των αγροκτημάτων της Γουμένισσας και της Κάρπης βρίσκονταν πολύ πέρα από το ποτάμι, προς την περιοχή της Κάρπης.

Όμως, κάποτε, επί τουρκοκρατίας, βρέθηκε σκοτωμένος κάποιος Τούρκος διοικητικός υπάληλος - φοροεισπράκτορας πέρα από το ποτάμι, στον δρόμο προς την Κάρπη.

Οι Τουρκικές Αρχές έκαναν ανακρίσεις για να βρούν και να τιμωρήσουν τον ένοχο ή τους ενόχους.

Αρχικά ο Τούρκος Καδής - Δικαστής ρώτησε σε ποιό χωριό ανήκει το σημείο στο οποίο βρέθηκε ο σκοτωμένος Τούρκος υπάλληλος. Οι εκπρόσωποι των κατοίκων της Γουμένισσας τότε, φοβούμενοι Τουρκικά αντίποινα σε όλο το χωριό, δήλωσαν ενόρκως ότι τα σύνορα μεταξύ των αγροκτημάτων Γουμένισσας και Κάρπης βρίσκονται στο ποτάμι, και ότι ο σκοτωμένος βρέθηκε σε έδαφος που ανήκει στην Κάρπη.

Οι Τουρκικές αρχές δεν κατάφεραν να διαλευκάνουν την υπόθεση και να βρουν τον ένοχο ή τους ενόχους, όμως δεν προέβησαν και σε αντίποινα στον τοπικό πληθυσμό.

Ο δικαστής – Καδής αποφάσισε να πληρώσουν ένα σεβαστό χρηματικό ποσό ως πρόστιμο – αποζημίωση οι κάτοικοι της Κάρπης.

Οι κάτοικοι της Κάρπης πλήρωσαν το πρόστιμο και από τότε η περιοχή πέραν του ποταμού κατοχυρώθηκε στο χωριό τους. 

Πεδίο βολής ελαφρών όπλων

Στην περιοχή «Δύο ποτάμια» υπήρχε και το πεδίο βολής ελαφρών όπλων για τις ανάγκες εκπαίδευσης του στρατιωτών του 506 Τάγματος πεζικού, το οποίο είχε την έδρα του στο κοντινό στρατόπεδο, στην Γουμένισσα.

Το στρατόπεδο της Γουμένισσας λειτούργησε από το 1945 έως και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οπότε και καταργήθηκε. 

Χώρος Διασκέδασης την Πρωτομαγιά

Η περιοχή «Δύο ποτάμια» υπήρξε από παλιά και τόπος συγκέντρωσης και ψυχαγωγίας, όπως και η περιοχή των Μύλων, κατά την Πρωτομαγιά.

από παλιά και τόπος συγκέντρωσης και ψυχαγωγίας, όπως και η περιοχή των Μύλων, κατά την Πρωτομαγιά.

Κάτοικοι της περιοχής παρέες παρέες συγκεντρώνονταν εκεί την Πρωτομαγιά, έπιαναν τον Μάη, έψηναν, έτρωγαν, έπιναν, χόρευαν και διασκέδαζαν, έως και τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο.

Μετά το τέλος του Πολέμου, της Γερμανικής κατοχής και του Εμφυλίου, ο τόπος της συγκέντρωσης, της  βόλτας και της διασκέδασης, άλλαξε, ο περισσότερος κόσμος εκτός από την περιοχή των μύλων πήγαινε πλέον στο «Δάσος το Μουγιάντση» δίπλα στο ποτάμι, στον δρόμο προς την Φιλυριά.

Ο τόπος των «Δύο ποταμιών» εγκαταλείφτηκε τα πρώτα χρόνια μετά τις πολεμικές περιπέτειες, διότι στην περιοχή εκείνη την εποχή του Εμφυλίου είχαν γίνει εκτελέσεις ανθρώπων και από τις δύο αντίπαλες μεριές.  

Στα τέλη τη δεκαετίας του 1970, λόγω της ρύπανσης του ποταμού που διέρρεε το «Δάσος το Μουγιάντση», από τον υπόνομο της Γουμένισσας, ο κόσμος επέστρεψε και πάλι στον χώρο «Δύο ποτάμια», όπου γιορτάζει την Πρωτομαγιά, ενώ και ο τόπος των «Μύλων» σταδιακά εγκαταλείφτηκε.

Ο Μύθος της «Νύφης»

Σύμφωνα με παλαιό μύθο - παραμύθι, ο τόπος των «Δύο ποταμών» είναι στοιχειωμένος, και οι παππούδες και οι γιαγιάδες διηγούνταν την ιστορία της «Νύφης». για να τρομάζουν τα παιδιά.

Σύμφωνα με το Μύθο, στην μαγευτική περιοχή της Γουμένισσας, τα παλιά τα χρόνια ξετυλίχτηκε μια ιστορία αγάπης, ονείρων και πόνου καρδιάς, με πρωταγωνίστρια την Σαμουβίλλα, μια νεαρή γυναίκα της οποίας η ιστορία αγάπης παίρνει μια τραγική τροπή.

Βαθιά ερωτευμένη με έναν νεαρό που συνάντησε τυχαία, τα όνειρα της Σαμουβιλλας για ένα κοινό μέλλον με τον νεαρό καταρρέουν όταν, κατά την διάρκεια της τελετής του γάμου τους, ο αρραβωνιαστικός της την εγκαταλείπει μπροστά στο άγιο βήμα. Καταρρακωμένη και ανίκανη να προχωρήσει,

Λέγεται ότι το πνεύμα της Σαμουβίλλας  γνωστής και ως «Γιούρα» εμφανίζεται κάθε μεσάνυχτα δίπλα στο ποτάμι προς την Κάρπη, ντυμένη με το νυφικό της, αναζητώντας την ολοκλήρωση για την ανεκπλήρωτη αγάπη της.

Αυτή η ιστορία της Σαμουβιλλας, γνωστής και ως Γιούρα, υφαίνει μια συγκινητική αφήγηση αιώνιας αγάπης και την στοιχειωτική παρουσία μιας νύφης που άφησε πίσω, καθηλώνοντας τις καρδιές εκείνων που την ακούνε και εξασφαλίζοντας ότι η ιΣτορία της θα ζει μέσα από τις γενιές



[1] Έχω στο αρχείο μου σχετικό Δελτίο Αποστολής σε Οθωμανική γραφή.


ΓΕΩΡΓΙΟΥ Χ. ΤΟΣΙΛΙΑΝΗ
Μ. Th. Θεολογίας
Καθηγητή Θεολόγου
Eρευνητή τοπικής Ιστορίας και Λαογραφίας

ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΑ, Η ΠΕΤΡΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ (ΚΑΛΟΥΓΚΕΡ ΚΑΜΙΝ) ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΤΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ, ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Η πέτρα του Καλόγερου – γενικά

Δύο περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από την Γουμένισσα, δυτικά της επαρχιακής οδού που οδηγεί στον Πεντάλοφο και δίπλα στην περιοχή «Κρατιτίρ», σε μια κατάφυτη με δασική βλάστηση πλαγιά, βρίσκεται η «Πέτρα του Καλόγερου», το  «Καλούγκερ Κάμιν», όπως ονόμαζαν τον βράχο οι παππούδες μας και οι γονείς μας, στο τοπικό ιδίωμα. Την ονομασία αυτή ο βράχος την χάρισε ως μικροτοπονύμιο και στην ευρύτερη περιοχή γύρω του.

Πρόκειται για έναν μεμονωμένο γκριζωπό μεγάλο βράχο, τον μεγαλύτερο στην περιοχή μας, τραπεζοειδούς σχήματος, δυόμισι περίπου μέτρων ύφους και πάνω από τρία μέτρα πλάτους, σημείο ορόσημο και τοπόσημο της περιοχής. Στην βάση του υπάρχει ένα σχεδόν κυλινδρικό σωληνοειδές άνοιγμα, σαν μικρή σπηλιά, μια κυλινδρική σχισμή η οποία διαπερνά τον βράχο και καταλήγει στο επάνω μέρος του. Στο σωληνοειδές αυτό άνοιγμα, μετά βίας χωράει να μπει ένας μικρόσωμος άνθρωπος. Πάνω από το άνοιγμα της βάσης, μόλις που διακρίνεται το σκάλισμα στον βράχο ενός μικρού σταυρού.

Στο επάνω μέρος του βράχου, όπου καταλήγει το κυλινδρικό σωληνοειδές άνοιγμα, υπάρχουν, εκτός από το άνοιγμα, πολλές ρηχές τρύπες, οι οποίες μοιάζουν με ίχνη, πατημασιές ανθρώπων και ζώων, και προκαλούσαν την φαντασία των απλοϊκών ανθρώπων τα παλιά τα χρόνια.

Η ονομασία του βράχου

Την ονομασία «Καλούγκερ Κάμιν» που σημαίνει «η Πέτρα του Καλόγερου» ο βράχος την οφείλει, σύμφωνα με τις διηγήσεις γεροντότερων, στο ότι εκεί, στον τόπο εκείνο, ζούσε και ασκήτευε κάποιος καλόγερος, ο οποίος, κατά τις πεποιθήσεις τους, αγίασε, και κατά χάριν αγιάστηκε και ο βράχος.

Σύμφωνα με διηγήσεις κάποιων υπέργηρων, μεταξύ των οποίων και η αδελφή του παππού μου Ανδρονίκη Τοσιλιάνη, η οποία είχε γεννηθεί το 1890, ο ασκητής ζούσε πάνω στον βράχο και προσευχόταν μέσα στο σωληνοειδές άνοιγμα. Το γεγονός αυτό, στην σύγχρονη εποχή μας που κυριαρχείται από τον ορθολογισμό, μας φαίνεται απίθανο, αδύνατο και αποκύημα φαντασίας. Όμως υπάρχουν παραδείγματα παλαιών ασκητών στο Άγιον Όρος, οι οποίοι στα πλαίσια της άσκησής τους φορούσαν εφ΄ όρου ζωής σιδερένιους θώρακες, ή και ζούσαν μέσα σε στενές σπηλιές, για να καταπονήσουν το σαρκικό τους φρόνημα.

Ίσως, ο άγνωστός μας ασκητής, να έμενε ως στυλίτης και να  προσευχόταν γονατιστός επάνω στον βράχο, όπως ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, ο οποίος προσευχόταν επάνω σε έναν βράχο επί τρία ολόκληρα χρόνια.

Ίσως, να είχε στήσει το καλυβάκι του επάνω στον βράχο, ή και δίπλα, και να ανέβαινε επάνω στον βράχο να προσευχηθεί.

Πάντως, ο άγνωστός μας αυτός ασκητής, είτε ζούσε ως στυλίτης επάνω στον βράχο, είτε είχε το κελί του επάνω ή και δίπλα στον βράχο και προσευχόταν γονατιστός επάνω στον βράχο, ή και μέσα στην σχισμή του βράχου, στην συνείδηση των απλοϊκών ανθρώπων του τόπου μας θεωρούνταν ότι αγίασε, ότι στέφτηκε Άγιος από τον Θεό. Επίσης και ο τόπος, ο βράχος στον οποίο ζούσε, ασκήτευε και προσευχόταν, «η Πέτρα του Καλόγερου», ως τόπος άσκησης, θεωρούνταν τόπος αγιασμένος δια της Θείας Χάρης, εξαιτίας της επαφής του με τον ασκητή, και ότι είχε αγιαστικές, θαυματουργικές δυνάμεις και υπερφυσικές ιδιότητες.

Ώς γνωστόν, ο τόπος μας από τα παλιά τα χρόνια, υπήρξε κέντρο μοναχισμού και εντός του οικιστικού ιστού της Γουμένισσας αλλά και γύρω από αυτήν υπήρχαν Μοναστήρια και Μετόχια – Σκήτες Μοναστηριών.

Έτσι, εντός του οικιστικού ιστού, υπήρχε τα παλιά τα χρόνια ο Ενοριακός Ναός - Μοναστήρι της Παναγίας, αλλά και τρία Μετόχια Μονών, το «Μετόχι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου» που ανήκε στην Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, το «Μετόχι του Αγίου Γεωργίου» που ανήκε στην Μονή Ζωγράφου του Αγίου Όρους και το «Μετόχι της Αγίας Τριάδος» που ανήκε στον Πανάγιο Τάφο. Επίσης, έξω από την Γουμένισσα, υπήρχαν το «Μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου», στον ομώνυμο λόφο, πάνω από την περιοχή «Γκράντιστα», και το «Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής» έξω από τον Πεντάλοφο, από όπου κατά την τοπική μας παράδοση ήρθε με θαυματουργικό τρόπο η Εικόνα της Παναγίας της Γουμένισσας.

Ο άγνωστός μας λοιπόν ασκητής, θα ανήκε σε κάποιο από τα παραπάνω Μοναστήρια ή τα Μετόχια, πριν αποφασίσει να ασκηθεί μόνος του στον χώρο του βράχου, και ο βράχος θεωρούνταν αγιασμένος λόγω της επαφής του με τον Όσιο στην συνείδηση του κόσμου, αυτόν μοναχό - ασκητή. 

Οι θαυματουργικές και υπερφυσικές ιδιότητες του βράχου

Όταν κάποιο βρέφος ή παιδάκι αρρώσταινε, οι γονείς του το πήγαιναν στον βράχο, και αφού κρατώντας το στην αγκαλιά τους σχημάτιζαν με το σωματάκι του το σημείο του σταυρού, έναν ενήλικας το περνούσε μέσα από το σωληνοειδές άνοιγμα - την σχισμή που υπάρχει στο επάνω μέρος του βράχου, και αφού το περνούσαν μέσα από τον βράχο, άλλος ενήλικας το έπιανε από το κάτω άνοιγμα στην βάση του βράχου.

Πίστευαν ότι διαπερνώντας το βρέφος ή το παιδί μέσα από τον βράχο, από το σωληνοειδές κυλινδρικό άνοιγμα - σχισμή του, θα θεραπευτεί, χάρη στην αγιαστική δύναμη του βράχου. Όπως προαναφέραμε, η κατά χάριν αγιαστική και θαυματουργική δύναμη του βράχου αποδίδονταν στην διαμονή και την προσευχητική άσκηση επάνω του, του συγκεκριμένου ασκητή.

Επίσης, και μεγαλύτεροι - ενήλικες, οι οποίοι αντιμετώπιζαν κάποιο πρόβλημα υγείας, επιχειρούσαν, εάν η σωματική τους διάπλαση το επέτρεπε, και διαπερνούσαν τον βράχο μέσα από το σωληνοειδές άνοιγμα, πιστεύοντας ότι θα θεραπευτούν.

Πίστευαν μάλιστα, ότι μπαίνοντας κάποιος μέσα στο άνοιγμα, εάν είναι αμαρτωλός – ηθικά ανάξιος, η πέτρα τον σφίγγει και δεν του επιτρέπει να βγει. Σε αυτή την περίπτωση, έπρεπε να την εξευμενίσει για να του επιτραπεί να βγει, αφήνοντας μέσα στην σχισμή του βράχου κάποιο ρούχο του, ή κομμάτι από το ρούχο του, ή και κάποιο προσωπικό του αντικείμενο. 

Η βαθιά πεποίθηση στην συνείδηση των κατοίκων της Γουμένισσας, τα παλαιότερα χρόνια, για την θαυματουργική, θεραπευτική και αποτρεπτική κάθε κακού, δύναμη του συγκεκριμένου βράχου, φαίνεται και στο έθιμο με την βαφή των δύο κόκκινων αυγών, «του αυγού της Παναγίας», και του «αυγού του σπιτιού», που τελείται την Μεγάλη Τετάρτη στην Γουμένισσα, το οποίο έχουμε περιγράψει σε παλαιότερη εργασία μας.

Παίρνοντας την Μ. Τετάρτη, η γηραιότερη νοικοκυρά του σπιτιού, το βαμμένο κόκκινο «Αυγό της Παναγίας», «ευλογούσε» περιφέροντάς το τρείς φορές με δεξιόστροφη κίνηση γύρω από το πρόσωπο των μελών της οικογένειας, αρχίζοντας από τον μικρότερο, λέγοντας ταυτόχρονα την ευχή - φράση: «Άσπρο, κόκκινο, σε εσένα η Υγεία, στους Εβραίους το τρέμουλο». Κάποιες καλόψυχες νοικοκυρές, στα πλαίσια της Χριστιανικής Αγάπης, άλλαζαν την φράση της «Ευλογίας», αντικαθιστώντας την λέξη «Εβραίους» με την λέξη «Καλούγκερ Κάμιν» (=Πέτρα του Καλόγηρου), για να πάει το τρέμουλο - κακό στην συγκεκριμένη πέτρα και να εκμηδενιστεί.

Το Σάββατο του Αγίου Θεοδώρου, πρώτο Σάββατο της Μ. Τεσσαρακοστής, πολλοί κάτοικοι της Γουμένισσας, πηγαίνοντας ως προσκυνητές στο Μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου, όπως η παράδοση προστάζει, από τον χωματόδρομο, διαμέσου της περιοχής «Γκράντιστα», επισκέπτονταν και την θαυματουργική «Πέτρα του καλόγερου» που ήταν κοντά στον χωματόδρομο, διηγούμενοι μεταξύ τους και τις σχετικές με τον βράχο παραδόσεις. 

Τα ίχνη του «Κράλε (Πρίγκηπα) Μάρκου» πάνω στον βράχο και ο σχετικός μύθος

Στο επάνω μέρος του βράχου, όπως προαναφέραμε, υπάρχουν διάφορες τρύπες, ανοίγματα,  που μοιάζουν με ίχνη, πατήματα ανθρώπων και ζώων.

Κάποιοι ευφάνταστοι παππούδες, διηγούνταν ότι όταν ο Θεός έπλασε τον κόσμο και τα διάφορα ζώα και πτηνά, αυτά πέρασαν από τον βράχο και άφησαν πάνω του το αποτύπωμά τους.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, τα ίχνη ανήκουν στον «Κράλε (Πρίγκηπα) Μάρκο» και το άλογό του, έναν μυθικό ήρωα, γνωστό στις παραδόσεις όλων των βαλκανικών λαών, του οποίου οι μύθοι για την ζωή του και τα κατορθώματά του, έχουν πολλά κοινά στοιχεία με τους μύθους των Ακριτών του Βυζαντίου (Διγενή Ακρίτα, κ.λ.π.).  

Ο μύθος του «Κράλε (Πρίγκηπα) Μάρκου» και των ιχνών του

Σύμφωνα με τον τοπικό μύθο – θρύλο, που συνδέει τον «Κράλε (Πρίγκηπα) Μάρκο» με τον βράχο μας και τα αποτυπωμένα επάνω του ίχνη, ο συγκεκριμένος μυθικός ήρωας, ζούσε στο πολυτελές κάστρο του πάνω στο βουνό, με την όμορφη γυναίκα του.

Κάποτε, που έφυγε από το κάστρο του πηγαίνοντας για κυνήγι, αφήνοντας μόνη της την όμορφη γυναίκα του, βρήκε την ευκαιρία ο Τούρκος πασάς της Θεσσαλονίκης, πήγε με στρατό και την απήγαγε για το χαρέμι του.

Ειδοποιημένος από ένα πουλί που του μίλησε με ανθρώπινη λαλιά, γύρισε πίσω στο κάστρο του, μπήκε στον στάβλο με τα εβδομήντα καθαρόαιμα άλογά του και τα ρώτησε, ποιό από όλα θα τον πήγαινε το γρηγορότερο στην Θεσσαλονίκη για να σώσει την καλή του.

Όλα σιώπησαν, μόνο το αγαπημένο άλογο της πριγκίπισσας, μια κάτασπρη φοράδα, που την τάιζε η πριγκίπισσα με τα χέρια της, του αποκρίθηκε ότι πετώντας, με τρία πηδήματα θα τον πάει στην Θεσσαλονίκη για να σώσουν την αγαπημένη τους πριγκίπισσα. 

Ιππεύοντας λοιπόν το αγαπημένο άλογο της καλής του, πήγε πετώντας, από το κάστρο του πάνω στο βουνό έως την Θεσσαλονίκη, με τρία πηδήματα του αλόγου. 

Με το πρώτο πήδημα του αλόγου, από τον ψηλότερο πύργο του κάστρου του πάνω στο βουνό, προσγειώθηκε πάνω στον βράχο μας, στο «Καλούγκερ κάμιν» (=Πέτρα του Καλόγερου), όπου αποτυπώθηκαν τα ίχνη αυτού και του αλόγου του.

Με δεύτερο πήδημα από το βράχο μας, προσγειώθηκε με το άλογό του στην περιοχή «Μάρκαβα Τράγκα» (Μικροτοπονύμιο της Γουμένισσας) που σημαίνει: «Το ίχνος του Μάρκου», επτά χιλιόμετρα περίπου δυτικά της Γουμένισσας, δίπλα στην πηγή με γάργαρο νερό, από όπου ήπιαν δροσερό νερό αυτός και το άλογό του και ξεδίψασαν και όπου και εκεί, επάνω σε βράχο, δίπλα στην πηγή, είναι αποτυπωμένα τα ίχνη αυτού και του αλόγου του.

Με τρίτο πήδημα, προσγειώθηκε με το άλογό του στα τείχη της Θεσσαλονίκης, πάνω από την Πύλη του Βαρδάρη, την ώρα που πλησίαζε ο πασάς με τον στρατό του και την αιχμάλωτη βασιλοπούλα στο κέντρο, για να την φυλακίσουν στο χαρέμι.

Τότε ο Μάρκος έσυρε το σπαθί του από την θήκη, το άπλωσε στο πλάι, και με το άλογό του όρμησε προς τους εχθρούς. Τρείς γύρους έκανε γύρω από τους Τούρκους στρατιώτες, και με το απλωμένο του σπαθί τους θέρισε σαν στάχυα, σώζοντας την καλή του από τα χέρια τους.

Την ανέβασε στο άλογό του, και κρατώντας την γερά στην αγκαλιά του, με τρία πηδήματα και πάλι, επέστρεψαν στο κάστρο τους όπου έζησαν αγαπημένοι και ευτυχισμένοι το υπόλοιπο της ζωής τους.

Γουμένισσα 07-07-2024